NameBanner
reservations@dionysionthiva.gr

(+30) 22620 81500

22620 81502

HomeStaySpecial Offers
DionysionHotel_English DionysionHotel_Thiva

ΞΕΝΑΓΗΣΗ ΣΤΟΥΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΥΣ ΧΩΡΟΥΣ ΤΗΣ ΘΗΒΑΣ

«Δωμάτιο του Θησαυρού»
Το «Δωμάτιο του Θησαυρού» ή «Θησαυροφυλάκιο του ανακτόρου» αποτελεί τη βορειοανατολική γωνία του κεντρικού συγκροτήματος του μυκηναϊκού ανακτόρου της Θήβας, το οποίο εκτείνεται κάτω από την κεντρική πλατεία της πόλης. Οι ανασκαφές έχουν αποκαλύψει τον βόρειο και τον ανατολικό τοίχο του δωματίου, οι οποίοι είναι κτισμένοι με μεγάλους ογκόλιθους μέχρι του ύψους των 2,20 μ. Από το ύψος αυτό ξεκινούσε ο όροφος του κτηρίου, ο οποίος ήταν κτισμένος με πλίνθους. Η ονομασία του χώρου οφείλεται στο ότι σε αυτό φυλάσσονταν πολύτιμα αντικείμενα και κοσμήματα από χρυσό, λαζουρίτη, αχάτη και ελεφαντόδοντο, καθώς και ένας μοναδικός θησαυρός από εισηγμένους σφραγιδοκυλίνδρους ασσυριακής, χεττιτικής, χουριτικής και κυπριακής προέλευσης. Ένας παχύς τοίχος χωρίζει το «Θησαυροφυλάκιο» από το «Δωμάτιο των Πίθων», το οποίο βρίσκεται κάτω από τη σημερινή οδό Αντιγόνης και έλαβε την ονομασία του από τα μεγάλα πήλινα πιθάρια που βρέθηκαν σε αυτό. Οι πινακίδες και τα σφραγίσματα με Γραμμική Β γραφή που βρέθηκαν στους δύο χώρους δείχνουν ότι σε αυτούς λειτουργούσε ένα σημαντικό τμήμα της διοίκησης του μυκηναϊκού ανακτόρου της Θήβας.

«Καδμείο»
Στο κέντρο της Καδμείας ακρόπολης της Θήβας, στην καρδιά της σύγχρονης πόλης, βρίσκονται τα ερείπια ενός λαμπρού, κατά την εποχή του, κτηρίου. Είναι το λεγόμενο «Καδμείο», ένα μεγάλο ανεξάρτητο οικοδόμημα με πολλά δωμάτια και διαδρόμους, προορισμένο για εργαστηριακή και αποθηκευτική λειτουργία. Σε αυτό στεγάζονταν ορισμένα από τα σημαντικότερα εργαστήρια μικροτεχνίας του μυκηναϊκού ανακτόρου της πόλης, όπου κατασκευάζονταν αντικείμενα και κοσμήματα από λαζουρίτη, αχάτη, ορεία κρύσταλλο και χρυσό, υλικά που έρχονταν στη Θήβα έως και από την περιοχή του μακρινού Αφγανιστάν. Στο ίδιο κτήριο αποθηκεύονταν και διάφορα άλλα υλικά και, ανάμεσά τους, οι μεγάλοι ψευδόστομοι αμφορείς που έφταναν στη Θήβα γεμάτοι με λάδι από την Κρήτη.

«Οπλοθήκη»
Αρκετές από τις σημαντικότερες λειτουργίες του μυκηναϊκού ανακτόρου της Θήβας στεγάζονταν στο οικοδομικό συγκρότημα της «Οπλοθήκης», που βρισκόταν στο ανατολικό τμήμα της ακρόπολης και αποτελούσε παράρτημα του κεντρικού συγκροτήματος του ανακτόρου. Από το πολύπλοκο σύστημα θεμελίων τοίχων που έχουν ανασκαφεί στη θέση, προκύπτει ότι το συγκρότημα διέθετε τουλάχιστον μία μεγάλη ορθογώνια αίθουσα, καθώς και μικρότερα δωμάτια ανάμεσα σε ένα πλέγμα στενών διαδρόμων. Τα δωμάτια του συγκροτήματος λειτουργούσαν ως αποθήκες οπλισμού, ιπποσκευής και χάλκινων εργαλείων και σκευών, χώροι φύλαξης ελεφαντουργημάτων, ζυγίσματος διαφόρων πρώτων υλών, αλλά και τήρησης αρχείων σε πήλινες πινακίδες για διάφορες οικονομικές δραστηριότητες του ανακτόρου.

Ιερό Ηρακλέους

Φτάνοντας κανείς στην πόλη της Θήβας από την κύρια οδό που ερχόταν από τις Πλαταιές, και πριν διαβεί τις Ηλέκτρες Πύλες στο νοτιοανατολικό άκρο της Καδμείας, συναντούσε πρώτα στα αριστερά του το ιερό του Ηρακλέους. Πολύτιμες γι' αυτό είναι οι περιγραφές του Πινδάρου και του Παυσανία, που μαρτυρούν τη λατρεία του Ηρακλή και των παιδιών του ήρωα από τη Μεγάρα, κόρη του Κρέοντα, στο χώρο αυτό. Το ιερό ανασκάφηκε πρόσφατα κάτω από τη σύγχρονη πόλη, λίγα μέτρα νοτίως των Ηλεκτρών Πυλών. Εκεί βρέθηκε τμήμα στοάς και περιβόλου που οριοθετούσε κενοτάφιο, μέσα στο οποίο πιθανώς γίνονταν οι προσφορές και οι εναγισμοί προς τιμήν των παιδιών της Μεγάρας. Επίσης, κάτω από την οδό Πολυνείκους, βρέθηκαν δύο μονολιθικοί βωμοί, καθώς και βωμός τέφρας με παχύ στρώμα διαδοχικών στρώσεων καύσης, μέσα στην οποία περιέχονταν μεγάλες ποσότητες καμένων οστών και κεραμικής γεωμετρικών και αρχαϊκών χρόνων (8ος-5ος αι. π.Χ.). Είναι πιθανότατα ο βωμός των θυσιών που τόσο γλαφυρά περιγράφει ο Πίνδαρος στον 4ο Ισθμιόνικό του.

Ισμήνιο

Ένα από τα σημαντικότερα ιερά της αρχαίας Θήβας ήταν το ιερό του Ισμηνίου Απόλλωνος, στον ομώνυμο λόφο νοτιοανατολικά της αρχαίας πόλης. Ο λόφος χρησιμοποιήθηκε ήδη από τον 15ο αι. π.Χ., καθώς εκεί βρισκόταν ένα από τα τρία μεγάλα νεκροταφεία λαξευτών θαλαμωτών τάφων της μυκηναϊκής Θήβας. Αργότερα ιδρύθηκε εκεί το φημισμένο ιερό, η ιστορία του οποίου έχει να επιδείξει τρεις διαδοχικούς ναούς που κατασκευάστηκαν στο χώρο αυτό κατά την αρχαιότητα. Ο πρώτος κτίστηκε γύρω στα τέλη του 8ου αι. π.Χ. και μετά την καταστροφή του αντικαταστάθηκε στους αρχαϊκούς χρόνους από άλλο ναό, δωρικού ρυθμού, που διατηρήθηκε ως τις αρχές του 4ου αι. π.Χ. Τότε κτίστηκε ο τρίτος ναός, δωρικός περίπτερος, ο οποίος πιθανώς δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Σ' αυτόν ανήκουν τα κατάλοιπα της θεμελίωσης που είναι σήμερα ορατά στην κορυφή του λόφου. Κατά τη μαρτυρία του Παυσανία, στην είσοδο του ιερού υπήρχαν αγάλματα του Ερμή και της Αθηνάς, τα οποία η παράδοση απέδιδε στους μεγάλους γλύπτες Φειδία και Σκόπα. Στο ιερό υπήρχαν πολλά αφιερώματα, κυρίως αγάλματα και τρίποδες με αναθηματικές επιγραφές. Αργότερα ο λόφος χρησιμοποιήθηκε ως παλαιοχριστιανικό και βυζαντινό νεκροταφείο με κτιστούς τάφους που βρισκόταν σε χρήση μέχρι και τον 12ο αι. μ. Χ.

Ηλέκτρες Πύλες
Είναι οι κυριότερες πύλες τις αρχαίας Θήβας, καθώς από αυτές περνούσε ο δρόμος που ερχόταν από την Αθήνα μέσω των Πλαταιών. Τα σημερινά ερείπια ανήκουν στους ελληνιστικούς χρόνους. Οι πύλες είχαν από έναν μεγάλο κυκλικό πύργο στην κάθε τους πλευρά, ανάμεσα από τους οποίους περνούσε, όπως και σήμερα, ο δρόμος που έφτανε στη Θήβα. Φέρουν την ονομασία τους από την Ηλέκτρα, κόρη του Άτλαντα, την οποία διάφορες μυθολογικές παραδόσεις παρουσίαζαν ως πεθερά του Κάδμου, μητέρα της Αρμονίας από το Δία. Οι μύθοι τοποθετούσαν την επική μονομαχία Ετεοκλή και Πολυνείκη στην περιοχή έξω από τις Ηλέκτρες Πύλες.

Προϊστορικός τύμβος Αμφείου
Ο τύμβος του Αμφείου, με μέγιστο σωζόμενο ύψος 2 μέτρων και διάμετρο 21 μέτρων, κτίστηκε γύρω στο 2600-2400 π.Χ. στην κορυφή του φυσικού λόφου του Αμφείου. Έχει κωνικό σχήμα και αποτελείται από δύο κατώτερες στρώσεις χώματος και μια ανώτερη στρώση που καλύπτεται από χώμα και ορθογώνια ωμά πλιθιά διαφόρων μεγεθών. Ο τύμβος κάλυψε ένα σημαντικό παλιότερο νεκροταφείο που βρισκόταν στην κορυφή του ομώνυμου λόφου και χρονολογείται στο πρώτο τέταρτο της 3ης χιλιετίας (ΠΚ/ΠΕ Ι). Η έκταση του νεκροταφείου αυτού είναι ακόμα άγνωστη, ενώ άγνωστο επίσης παραμένει αν, εκτός από τους τάφους, ο τύμβος που δημιουργήθηκε εκεί κάλυψε και κάποια οικοδομικά κατάλοιπα, όπως συμβαίνει στη Λέρνα, αλλά και στην αντίστοιχη περίπτωση του υψώματος του Μουσείου. Η σύντομη σωστική ανασκαφή, ωστόσο, που πραγματοποίησε η Θ΄ ΕΚΠΑ το 2007 κάτω ακριβώς από τον τύμβο, αποκάλυψε τρείς θαλαμωτούς τάφους σκαμμένους στο φυσικό βράχο του λόφου, καθώς και ένα ρηχό λάξευμα που είχε δεχθεί την ταφή γυναίκας με μωρό στην αγκαλιά της. Οι θαλαμωτοί, τάφοι αποτελούν χαρακτηριστικό τύπο τάφου για την εποχή, καθώς όμοιοί τους έχουν βρεθεί και σε άλλα νεκροταφεία της Βοιωτίας, όπως στις Λιθαρές, στην Παραλίμνη, στο Λικέρι, στο Ύπατο, αλλά και στη γειτονική Μάνικα της Εύβοιας. Μέσα στους τάφους του Αμφείου βρέθηκαν ταφές ενός ή και δύο ατόμων σε συνεσταλμένη στάση, ενώ τα κτερίσματα που τις συνόδευαν αποτελούν εισηγμένα αντικείμενα από τις Κυκλάδες και χρονολογούνται στην ΠΚΙ περίοδο.
Σε μεταγενέστερη φάση, είτε στους χρόνους της επόμενης περιόδου που ακολούθησε την κατασκευή του τύμβου (2300-2000 π.Χ.) είτε κατά τη Μέση Εποχή του Χαλκού (2000-1700 π.Χ.), η κορυφή του πλίνθινου τύμβου του Αμφείου σκάφτηκε για να χτιστεί ένας μνημειώδης κιβωτιόσχημος τάφος, ο οποίος δέχτηκε μία ή περισσότερες ταφές με πλούσια κτερίσματα. Η ακριβής χρονολογική σχέση του τύμβου με τον τάφο δεν είναι σαφής, καθώς ο τάφος βρέθηκε συλημένος, ήδη ίσως από την αρχαιότητα, ενώ τα χρυσά κοσμήματα που περισυλλέχθηκαν έξω από αυτόν είναι ό, τι ακριβώς ξέφυγε από τους τυμβωρύχους. Το σύνολο πάντως του τύμβου και του εντυπωσιακού σε μέγεθος τάφου που βρισκόταν στο κέντρο του θα αποτελούσε ένα σημαντικό και ιδιαίτερο σημείο αναφοράς για τους κατοίκους της Θήβας ήδη από τους προϊστορικούς χρόνους, ένα είδος δηλαδή μνημείου-ηρώου.

Πλατεία Αγίου Γεωργίου
Κατά τη διάρκεια των ανασκαφών που πραγματοποιήθηκαν στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου το 1984 αποκαλύφθηκαν ευρήματα που φανερώνουν την ιστορική συνέχεια του χώρου. Στον 12ο αι. μ.Χ. ανήκει τμήμα μεγάλου δημόσιου ορθογώνιου κτηρίου με παραστάδες στους τοίχους του και κιονοστοιχία κατά μήκος του κεντρικού του άξονα. Εξωτερικά στη νοτιοανατολική γωνία του είναι ενσωματωμένος ένας μεγάλος κυκλικός συλλέκτης ομβρίων, ενώ παράλληλα με τη δυτική πλευρά του βρίσκεται ένας μεγάλος κτιστός αγωγός.

Κάτω από το βυζαντινό αυτό κτήριο ανασκάφηκε τμήμα ορθογώνιου κτηρίου κλασικών χρόνων (5ος -4ος αι. π.Χ. Τα ευρήματα που προέρχονται από το σημείο αυτό δείχνουν ότι μάλλον εδώ βρισκόταν, όπως ήδη προαναφέραμε, ένα από τα σημαντικότερα ιερά της αρχαίας Θήβας, το Θεσμοφόριο της Δήμητρας. Πρόκειται για πλήθος μικρών πήλινων αναθημάτων, σαν και αυτά που έχουν βρεθεί και σε άλλα Θεσμοφόρια ανά την Ελλάδα, τα οποία χρονολογούν τη λειτουργία του ιερού ήδη από τους αρχαϊκούς χρόνους (6ος αι. π.Χ.). Περιλαμβάνουν κυρίως μικρά ειδώλια γυναικών που κρατούν υδρίες, ομοιώματα γουρουνιών και φιδιών και άλλα λατρευτικά σύμβολα.

Ιδιαίτερα σημαντική είναι, ωστόσο, η διαπίστωση ότι η λατρεία στο χώρο αυτό, άγνωστο αν γινόταν προς τιμήν της Δήμητρας ή κάποιας άλλης θεότητας, ανάγεται ήδη στους μυκηναϊκούς χρόνους (13ος αι. π.Χ.). Το συμπέρασμα αυτό εξάγεται από την ανακάλυψη ενός μεγάλου μυκηναϊκού στρώματος καταστροφής, μέσα στο οποίο βρέθηκαν χάλκινες λόγχες δοράτων, τμήμα υφάσματος σε πλήθως κουμπιών από στεατίτη, καθώς και κεφάλι από πήλινο τροχήλατο ειδώλιο, το οποίο είχε σαφή λατρευτική χρήση, καθώς όμοιά του έχουν βρεθεί μόνο στο λεγόμενο Θρησκευτικό Κέντρο των Μυκηνών.

Κρήνη της Δίρκης
Στις δυτικές υπώρειες του υψώματος πάνω στο οποίο είναι κτισμένη η Θήβα βρίσκεται η φημισμένη «Κρήνη της Δίρκης», η οποία συνδέεται με το μύθο της ίδρυσης της Θήβας από τον Κάδμο. Σύμφωνα λοιπόν με τη μυθολογική παράδοση, κάπου εκεί κοντά ο Κάδμος θυσίασε την αγελάδα που τον οδήγησε στη Θήβα και κατόπιν αναζήτησε νερό σε μια κοντινή πηγή για να τελέσει εναγισμούς. Την πηγή όμως αυτή φρουρούσε ένας δράκοντας, γιος του Άρη, τον οποίο ο Κάδμος σκότωσε και έσπειρε τα δόντια του, από τα οποία γεννήθηκαν οι Σπαρτοί. Πλάι στην πηγή υπήρχε μια σπηλιά, για την οποία οι μύθοι έλεγαν πως ήταν η κατοικία του δράκοντα.

Η πηγή που φύλασσε ο δράκοντας μετονομάστηκε αργότερα σε «Κρήνη της Δίρκης», από ένα άλλο μυθολογικό επεισόδιο που συνδέθηκε με αυτή. Πρόκειται για το φόνο της Δίρκης, συζύγου του βασιλιά της Θήβας Λύκου, η οποία βασάνιζε τη μητέρα του Ζήθου και του Αμφίονα Αντιόπη, την οποία είχε κρατούμενη στο παλάτι. Κατά τους μύθους, μετά το βασανιστικό θάνατο της Δίρκης από τον Ζήθο και τον Αμφίονα, τα δύο αδέλφια πέταξαν το πτώμα της στην πηγή αυτή που από τότε πήρε το όνομά της.

Σύμφωνα με τις περιγραφές του Παυσανία, κάπου εκεί κοντά υπήρχε και ιερό της Αθηνάς Όγκας, από το οποίο έφεραν την ονομασία τους οι Ογκαίαι πύλες του τείχους της Θήβας που βρίσκονταν στην περιοχή αυτή, ενώ οι αρχαίοι Θηβαίοι έδειχναν και το σημείο που ο Μενοικές, ο γιός του Κρέοντα, έπεσε από τα τείχη θυσιάζοντας τον εαυτό του για να σωθεί η Θήβα, σύμφωνα με προφητεία του μάντη Τειρεσία κατά την πρώτη εκστρατεία των επτά Αργείων ηρώων εναντίον της Θήβας.